Skip to content

Detroit

Η δις βραβευμένη με Όσκαρ, Κάθριν Μπίγκελοου, σκηνοθετεί το συγκλονιστικό χρονικό των αιματηρών εξεγέρσεων του 1967 στο Detroit των ΗΠΑ.

 

Σύνοψη

Το καλοκαίρι του 1967 ήταν μία κομβική περίοδος της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, όταν η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές: την κλιμάκωση της στρατιωτικής εμπλοκής της χώρας στον πόλεμο του Βιετνάμ, και δεκαετίες φυλετικών διακρίσεων. Τα επίκεντρα όλης αυτής της δυσαρέσκειας και της άσβεστης οργής αποδείχθηκαν πως ήταν οι μεγάλες πόλεις της χώρας, με τις συστηματικές προκαταλήψεις τους, τις φυλετικές ανισότητες σε στέγη και παιδεία, και την ολοένα αυξανόμενη ανεργία στις κοινότητες των Αφρο-αμερικανών.

Δύο νύχτες μετά την έναρξη της εξέγερσης του Ντιτρόιτ, μία αναφορά για πυροβολισμούς κοντά σε περιοχή της Εθνοφυλακής, οδήγησε την Αστυνομία του Ντιτρόιτ, την Πολιτοφυλακή του Μίσιγκαν, την Εθνοφυλακή του Στρατού του Μίσιγκαν και έναν ιδιωτικό φρουρό ασφαλείας να εισβάλουν σε ένα παράρτημα του κεντρικού κτιρίου του Ξενοδοχείου Algiers. Περιφρονώντας την επίσημη διαδικασία, πολλοί αστυνομικοί ανέκριναν βίαια τους ενοίκους του ξενοδοχείου, κατασκευάζοντας ένα ιδιότυπο «παιχνίδι θανάτου», σε μία προσπάθεια να τους εκφοβίσουν για να μην ομολογήσουν. Μέχρι το τέλος της νύχτας, τρεις άοπλοι νεαροί πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ, και αρκετοί άλλοι άντρες και γυναίκες χτυπήθηκαν βάναυσα.

 Κανένα όπλο δεν βρέθηκε ποτέ.

7 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους από την  ODEON

Μέσα σε ένα καζάνι που βράζει

Όπως έχει αποδείξει στο βραβευμένο με Όσκαρ, The Hurt Locker, και ακολούθως, στο υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Zero Dark Thirty, η Κάθριν Μπίγκελοου και ο συνεργάτης της, βραβεύμενος με Όσκαρ σεναριογράφος/παραγωγός, Μαρκ Μπόαλ, συνηθίζουν να καταπιάνονται με αμφιλεγόμενα θέματα. Στη νέα τους ταινία, το δραματικό θρίλερ Detroit, η Μπίγκελοου καταφέρνει μία θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο cinema verite (σ.σ. ένα «ντοκιμαντερίστικο» στιλ κινηματογράφησης) και το αγωνιώδες αφηγηματικό στιλ του Μπόαλ, που σε μεταφέρει μέσα στα γεγονότα της δράσης. Συνεπικουρούμενη από ένα εκπληκτικό cast βετεράνων και ανερχόμενων ταλέντων, μεταξύ των οποίων ο Τζον Μπογιέγκα (Star Wars: H Δύναμη Ξυπνάει), ο Άντονι Μάκι (The Hurt Locker, Captain America: Εμφύλιος Πόλεμος), ο Τζον Κραζίνσκι (13 Ώρες: Οι Μυστικοί Στρατιώτες της Βεγγάζης), ο Οουίλ Πόλτερ (Η Επιστροφή), ο πρωτοεμφανιζόμενος Άλτζι Σμιθ, ο Τζέισον Μίτσελ (Straight Outta Compton), ο Τζέικομπ Λάτιμορ (Κρυφή Ομορφιά), η Χάνα Μάρεϊ (Game of Thrones) και η Κάιτλιν Ντέβερ (Justified), η Μπίγκελοου μας μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1967, μέσα στο «καυτό» καζάνι των κοινωνικών αναταραχών που «έπνιξε» την πόλη του Ντιτρόιτ.

Μετά από δεκαετίες παραμέλησης και ψεύτικων υποσχέσεων, το αστικό κέντρο της πόλης εξερράγη και η στρατιωτική απάντηση στις αναταραχές έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά της διχόνοιας. Ο συνδυασμός χάους και θάρρους, πολλές φορές κατέστησε γκρίζα τη γραμμή μεταξύ θύματος και θύτη.

Πέρα από τις σοκαριστικές απώλειες, όμως, το μεγαλύτερο κακό ήταν «το τέλος της αθωότητας», όπως μας αποδεικνύει και η κεντρική θεματική του φιλμ. Τα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την νύχτα τρόμου στο Ξενοδοχείο Algiers, και ο απόηχός τους, έχουν έκτοτε υποβιβαστεί σε απλή αναφορά στα βιβλία ιστορίας.

UDP_04202FD.psd

Μία ιστορία που ξεχώρισε

            Ξεκινώντας από το 2014, ο Μπόαλ και η ερευνητική του ομάδα πήραν συνεντεύξεις από δεκάδες συμμετέχοντες της ταραχώδους εκείνης νύχτας: από Αφρο-αμερικανούς κατοίκους της περιοχής, μέχρι στελέχη της αστυνομίας και του στρατού. Η εξαμελής ομάδα έρευνας, με προεξάρχοντα τον βραβευμένο με Πούλιτζερ, Ντέιβιντ Ζέμαν, ανακάλυψε πλειάδα υλικών όπως τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και έντυπα ρεπορτάζ, πρακτικά δικαστηρίων, έρευνες του FBI και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μαρτυρίες, κοινωνιολογικές έρευνες, αλλά και έγγραφα της Αστυνομίας του Ντιτρόιτ και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δεν είχαν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Από τις πολλές προσωπικές ιστορίες που άκουσε ο Μπόαλ, μία ξεχώρισε: αυτή του Λάρι Ριντ (τον οποίο υποδύεται στο φιλμ ο Άλτζι Σμιθ), τραγουδιστή σε μία δημοφιλή, ανερχόμενη μπάντα, τους Dramatics, ο οποίος είχε κλείσει δωμάτιο στο Ξενοδοχείο Algiers μαζί με τον φίλο του, Φρεντ Τεμπλ (Τζέικομπ Λάτιμορ). «Ο Λάρι βρέθηκε με το ζόρι σε αυτή την πραγματικά εγκληματική ιστορία», λέει ο Μπόαλ, «και αυτό, άλλαξε την πορεία όλης του της ζωής. Στο μυαλό μου, αυτό έπρεπε να γίνει η ραχοκοκαλιά της ταινίας».

Ο Μπόαλ έψαξε για τον Ριντ, που δεν είχε μιλήσει δημόσια για το περιστατικό εδώ και δεκαετίες. Παρότι διστακτικός στην αρχή, τελικώς ο Ριντ μοιράστηκε τις επώδυνες εμπειρίες του από τη νύχτα στο Algiers, και ο Μπόαλ συγκινήθηκε τόσο, που αποφάσισε να μεταφέρει αυτή την αδίκως παραμελημένη ιστορική στιγμή, στον κινηματογράφο.

Η αφήγηση των πραγματικών αυτών περιστατικών ενείχε, φυσικά, τη σπουδαία ευθύνη να δοθεί δίκαια και άκριτα η ιστορία εκείνης της βραδιάς. Όπως αναφέρει η Μπίγκελοου, «Όταν γυρίζεις μία ταινία για ένα αληθινό περιστατικό και γνωρίζεις τους ανθρώπους που ήταν αυτόπτες μάρτυρες σε αυτό, θέλεις να εξασφαλίσεις πως οι εμπειρίες τους δεν συνέβησαν εις μάτην. Πως μπορείς να απηχήσεις την ιστορία τους στο κοινό, να τη μοιραστείς μαζί τους».

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: